Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ - 2013

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ
ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ  ΣΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ
ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ
Αγωνιστικό Ριζοσπαστικό Μέτωπο Οικονομολόγων, (ΑΡΜΟ),
Πατριωτική Δημοκρατική Συνεργασία – Οικονομολόγων,(ΠΑ.ΔΗ.ΣΥ.-Ο)
Μέτωπο Συνεργασίας-Οικονομολόγων, (ΜΕ.ΣΥ.-Ο)
και ανεξάρτητοι οικονομολόγοι


Νοέμβριος 2013

Οι εκλογές για την ανάδειξη νέας διοίκησης στο Οικονομικό Επιμελητήριο στις 15 Δεκεμβρίου 2013 πραγματοποιούνται τη στιγμή που εργαζόμενοι, συνταξιούχοι και νεολαία δέχονται την πιο βάρβαρη επίθεση που έχει εξαπολύσει το κεφάλαιο σε καιρό ειρήνης στην Ελλάδα. Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Τρόικα), από κοινού με τις υποτακτικές ελληνικές κυβερνήσεις (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ σήμερα και ΔΗΜΑΡ, ΛΑΟΣ μέχρι πρότινος) και με την πλήρη συμφωνία της ελληνικής αστικής τάξης (βιομήχανοι, τραπεζίτες, κ.α.) επιχειρούν να ξεπεράσουν την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού θυσιάζοντας κοινωνικά δικαιώματα και εργατικές κατακτήσεις πολλών δεκαετιών. Παρόλα αυτά δεν έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής να ξεκολλήσουν τον ελληνικό καπιταλισμό από την πρωτοφανή ύφεση που συνεχίζεται για έκτο χρόνο, έχοντας οδηγήσει στην μείωση του ΑΕΠ κατά 21,5%. Αυτή η καταστροφή δεν ήταν αναπόδραστη έχει υπαίτιους τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που εμφάνισαν τα Μνημόνια ως σωτηρία για την Ελλάδα.
          Το βάθος της κρίσης υπογραμμίζει τον δομικό της χαρακτήρα καθώς πρόκειται πριν απ' όλα για μια κρίση που οφείλεται στην πτώση του ποσοστού κέρδους αναδεικνύοντας την σύγκρουση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων. Με άλλα λόγια, τον ιστορικά ξεπερασμένο χαρακτήρα του καπιταλισμού, ως τρόπου παραγωγής. Έκφραση αυτών των αντιθέσεων ήταν η δημοσιονομική κρίση. Στη ρίζα της δε, είχε: τα σκανδαλώδη προνόμια της αστικής τάξης, υπό την μορφή φοροαπαλλαγών και κάθε λογής ενέσεων (Ολυμπιακοί Αγώνες, στήριξη στις τράπεζες ύψους 238 δισ. από το 2008, στρατιωτικές δαπάνες), την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους που απομυζούσε επί δεκαετίες τα φορολογικά έσοδα και την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ και την ευρωζώνη που όξυναν το παραγωγικό πρόβλημα.
          Η λύση της κανιβαλικής λιτότητας που επιλέχτηκε αποδείχθηκε ατελέσφορη να επιλύσει το δημοσιονομικό πρόβλημα και λειτούργησε σαν λάδι στη φωτιά. Μάρτυρας η εκτίναξη του δημόσιου χρέους στο 175% του ΑΕΠ το 2013 (321 δισ. ευρώ) από 130% το 2009 (300 δισ. ευρώ). Η αύξηση του δημόσιου χρέους παρατηρήθηκε δε, παρότι μεσολάβησε μία γιγαντιαίων διαστάσεων αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους τον Μάρτιο του 2012 που εξανέμισε τα αποθεματικά ασφαλιστικών ταμείων, πανεπιστημίων και ΤΕΙ, ΝΠΔΔ, κλπ. Η κτηνώδης λιτότητα δεν όξυνε μόνο το πρόβλημα του χρέους αλλά, πρωτίστως, επέτεινε το κοινωνικό ζήτημα όπως μαρτυρά η άνοδος της ανεργίας στο 27%, η μείωση των μισθών, η αύξηση των φόρων και τα λουκέτα σε χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι συνέπειες της κρίσης δεν άφησαν ανεπηρέαστο τον κλάδο μας.

Το Οικονομικό Επιμελητήριο στο πλευρό Τρόικας και κυβερνήσεων...

Παρότι όλοι οι μισθωτοί συνάδελφοι οικονομολόγοι (και του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα) δέχθηκαν πρωτοφανείς μειώσεις στους μισθούς τους, παρότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες λογιστές είδαν το εισόδημά τους να μειώνεται και τις ώρες εργασίας τους να αυξάνονται κατακόρυφα (με αποκορύφωμα φέτος το καλοκαίρι) το Οικονομικό Επιμελητήριο προτίμησε να σταθεί δίπλα στην κυβέρνηση και την Τρόικα. Η οιονεί ηθική αυτουργία του λογιστή στα αδικήματα της φοροδιαφυγής, που κατ' απαράδεκτο τρόπο αποδέχτηκε το Επιμελητήριο, επιδείνωσαν τη θέση του λογιστή. Οι κυοφορούμενες αλλαγές με την περιώνυμη απελευθέρωση του επαγγέλματος από το 2014 θα ανοίξουν διάπλατα τις πόρτες στις μεγάλες πολυεθνικές ελεγκτικές εταιρείες με αποτέλεσμα να  οξύνουν τον κατακερματισμό και τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων. Θα οδηγήσουν στο λουκέτο κυρίως, τους αυτοαπασχολούμενους συναδέλφους λογιστές, αλλά και μικρομεσαίων επιχειρήσεων. 
          Το Επιμελητήριο λειτούργησε εχθρικά απέναντι στην συντριπτική πλειοψηφία των μελών του! Πιστεύουμε ότι η επιλογή του Επιμελητηρίου να αποτελέσει σύμβουλο της κυβέρνησης το μόνο που εγγυάται σήμερα είναι πως λειτουργεί σε βάρος των συναδέλφων. Αποδεικνύεται περίτρανα με αφορμή:
·         την απροθυμία του να προσφύγει στο Συμβούλιο Επικρατείας εναντίον των Μνημονίων όπως έπραξαν άλλα επιμελητήρια (ΤΕΕ) και επαγγελματικές ενώσεις (ΔΣΑ).
·         τον πρωταγωνιστικό ρόλο που ανέλαβε στην ιδιωτικοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος, ιδρύοντας το (ευτυχώς, αποτυχημένο) ΕΤΑΟ.
·         την απαράδεκτη ανοχή που επέδειξε απέναντι στις πολυεθνικές ελεγκτικές εταιρείες που ισοπεδώνουν τα επαγγελματικά δικαιώματα.

          Από το ξέσπασμα της κρίσης μέχρι και σήμερα ως οικονομολόγοι αντιπαλέψαμε αυτή την πολιτική. Στηρίξαμε και στηρίζουμε πρωτοβουλίες, κινήσεις και κινήματα πολιτών που αποκάλυπταν τις ταξικές διακυβεύσεις της οικονομικής κρίσης. Με άλλα λόγια, πως αποτελεί έναν μηχανισμό αύξησης της εκμετάλλευσης και συντριβής των δικαιωμάτων μας. Με δραστήριο επίσης τρόπο συμβάλαμε ο καθένας από το μετερίζι του, στην τεκμηρίωση και την επιχειρηματολογία μιας εναλλακτικής ριζοσπαστικής πρότασης, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη ενός νέου εργατικού -λαϊκού κινήματος χειραφετημένου από την συνδικαλιστική γραφειοκρατία (ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ) που αποτελεί προϋπόθεση για την αντεπίθεση του κόσμου της εργασίας. Το ίδιο θα συνεχίσουμε και στα πλαίσια λειτουργίας του ΟΕΕ και το επόμενο διάστημα και γι' αυτό το λόγο ζητάμε την ψήφο των συναδέλφων του ΟΕΕ.
          Σημαντική δε επιτυχία, με κριτήριο το πως θα ανατρέψουμε την επίθεση και θα νικήσουμε στην αναμέτρηση που διεξάγεται, αποτελεί η αγωνιστική συνάντηση οικονομολόγων με διαφορετική πολιτική διαδρομή, όπως και ανεξάρτητων συναδέλφων κάτω από τους στόχους ανατροπής της αντιλαϊκής επίθεσης που είναι σε εξέλιξη. Ως αποτέλεσμα πληθαίνουν και γίνονται απτά πλέον τα δείγματα που επιβεβαιώνουν ότι σήμερα είναι εφικτή μια νέα, ανώτερης ποιότητας ενότητα των δυνάμεων που εργάζονται για την αντεπίθεση του λαϊκού και εργατικού κινήματος κι η οποία θα σφυρηλατείτε στη βάση των κοινών συμφερόντων που μας ενώνουν. Σε αυτό το πλαίσιο αποτελεί επίτευγμα για τη μαχητική πτέρυγα του Οικονομικού Επιμελητηρίου και όλο το κίνημα σήμερα η συμπόρευση μαζί με το ΑΡΜΟ, της Πατριωτικής Δημοκρατικής Συνεργασίας – Οικονομολόγων (ΠΑ.ΔΗ.ΣΥ-Ο), του Μετώπου και συνεργαζόμενων οικονομολόγων.
          Η συμμετοχή μας στις εκλογές του ΟΕΕ σκοπό έχει να ενημερώσει τους συνάδελφους και την ελληνική κοινωνία για την καταστροφική  πολιτική κυβέρνησης-ΕΕ- ΔΝΤ-κεφαλαίου που οδηγεί στην εξαθλίωση  και στη γενοκτονία εκατομμύρια εργαζόμενους και πλατιά λαϊκά στρώματα. Να συμβάλλει από αγωνιστικές ριζοσπαστικές θέσεις στην πάλη για την ανατροπή της.
Η ψήφος στην ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ  αποτελεί πρόκριμα και μέσα από τον φορέα μας στην πάλη για:
·         Καταγγελία και ακύρωση Μνημονίων, δανειακών συμβάσεων και όλου του  πλέγματος νόμων και διαταγμάτων που επιβλήθηκε με αφορμή την κρίση, από το 2010 και μετά, σε βάρος των εργατικών δικαιωμάτων και της εθνικής κυριαρχίας.
·         Μονομερή παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους και πάλη για διαγραφή  του. Οι εργαζόμενοι δεν δημιούργησαν το χρέος γι αυτό και αρνούνται να το πληρώσουν. Το δημόσιο χρέος δημιουργήθηκε από τις φοροαπαλλαγές του μεγάλου κεφαλαίου, (αναπτυξιακά κίνητρα, αφορολόγητα αποθεματικά κλπ), από τις ΝΑΤΟικες δαπάνες, τα υποβρύχια που  γέρνουν, από τις μίζες υψηλόβαθμων στελεχών των πρώην ΔΕΚΟ και υπουργών των κυβερνήσεων από τη μεταπολίτευση και μετά. Ο λογιστικός έλεγχος μπορεί να αποδείξει τον απεχθή χαρακτήρα του καθώς η πρώτη δανειακή σύμβαση δεν έχει κυρωθεί από την Βουλή, η δεύτερη ήταν αντισυνταγματική, οι γερμανικές υποχρεώσεις υπερβαίνουν κατά πολύ το ελληνικό δημόσιο χρέος, κ.λπ.
·         Έξοδος από το ευρώ κι επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, ως ένα μέσο που θα επιτρέψει την επανάκτηση των μέσων άσκησης νομισματικής πολιτικής, τα οποία με τη σειρά τους θα κάνουν εφικτή την χορήγηση γενναίων αυξήσεων σε μισθούς, συντάξεις και επιδόματα ανεργίας, που θα παρέχει δωρεάν και υψηλού επιπέδου υπηρεσίες υγείας, ασφάλισης, παιδείας, μετακινήσεων, κοκ.
·         Ρήξη και έξοδος από την ΕΕ ως αναγκαίο βήμα για να μην εφαρμοστεί η πολιτική της εξαντλητικής λιτότητας που προβλέπει το Δημοσιονομικό Σύμφωνο και θα εκτείνεται μέχρι το 2050, σύμφωνα με δηλώσεις (Οκτώβριος 2013) του επιτρόπου Όλι Ρεν. Η έξοδος από την ΕΕ, επίσης,αποτελεί προϋπόθεση για εθνική ανεξαρτησία του λαού, για τον  έλεγχο κίνησης των κεφαλαίων, για την κατάργηση του επαίσχυντου «Σύμφωνου για το ευρώ» που «κινεζοποιεί» τους μισθούς των εργαζόμενων,  για μια επεκτατική πολιτική δημόσιων επενδύσεων που ως στόχο θα έχουν τη δημιουργία θέσεων εργασίας και θα αμφισβητούν τον επιζήμιο για την Ελλάδα καταμερισμό εργασίας.
·         Παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας στον αντίποδα αυτής που επιχειρείται σήμερα και εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου με βασικό γνώρισμα την όξυνση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων, την αποδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης.  Η αναγκαία παραγωγική  ανασυγκρότηση, θα είναι ενάντια στη λογική της «παραγωγικότητας», «ανταγωνιστικότητας» και της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου. Θα είναι προϊόν κοινωνικών συγκρούσεων κι ως ζητούμενο θα έχει την αύξηση της απασχόλησης, την διατροφική αυτάρκεια και γενικότερα την ικανοποίηση των  σύγχρονων κοινωνικών λαϊκών αναγκών με βάση τα σύγχρονα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας. Σε αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η πάλη για την εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων και στους τρεις τομείς της οικονομίας (αγροτικός, βιομηχανικός, υπηρεσίες) χωρίς αποζημίωση των καπιταλιστών και με λαϊκό-εργατικό-κοινωνικό έλεγχο.
Μαζί με τα παραπάνω παλεύουμε για άμεσα μέτρα ανακούφισης του λαού και βελτίωσης της θέσης του όπως:
-Μείωση των ωρών εργασίας με αυξήσεις στους μισθούς για να αντιμετωπιστεί η ανεργία. -Κατάργηση όλων των μορφών ελαστικής και προσωρινής εργασίας.
-Ριζική φορολογική αναμόρφωση στην κατεύθυνση ελάφρυνσης των εργαζομένων και μεσαίων στρωμάτων και περαιτέρω επιβάρυνσης του πλούτου και των μεγάλων επιχειρήσεων.
- Δραστική  μείωση των τιμών και κατάργηση του ΦΠΑ στα είδη πρώτης ανάγκης (δημητριακά, κτηνοτροφικά, αλιευτικά, γαλακτοκομικά) καθώς και των απαραίτητων υπηρεσιών (ενέργεια, νερό, τηλέφωνο).
-Απαγόρευση των κατασχέσεων της πρώτης κατοικίας και Σεισάχθεια των δανείων για τις ευπαθείς ομάδες.
-Κατάργηση των  χαρατσιών που επιβαρύνουν τα λαϊκά στρώματα (ΕΕΤΗΔΕ,φόρος επιτηδεύματος, κλπ).
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά στις μέρες μας η πάλη για τις  ελευθερίες και τα δημοκρατικά δικαιώματα της εποχής μας καθώς και η αντιρατσιστική και αντιφασιστική πάλη. Είμαστε ενάντια στη λογική του «συνταγματικού τόξου», γιατί αυτοί που κυβερνούν και  το επικαλούνται, το έχουν καταντήσει κουρελόχαρτο. Είμαστε ενάντια στη θεωρία «των δυο άκρων» και της «καταδίκης της βίας απ όπου κι αν προέρχεται». Γιατί στοχεύουν στη νόμιμη αυτοάμυνα  του οργανωμένου  μαζικού λαϊκού - εργατικού κινήματος απέναντι στην παράνομη στη συνείδηση του λαού  κρατική βια και τρομοκρατία της κυβέρνησης Σαμαρά - Βενιζέλου που κυβερνά με πράξεις νομοθετικού περιεχόμενου και κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα.
Η ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ μαζί με την ψήφο των οικονομολόγων, τους καλεί να πλαισιώσουν κάθε πρωτοβουλία αλληλεγγύης και αντίστασης απέναντι στην κυβερνητική πολιτική που αναπτύσσεται στις γειτονιές και τους χώρους εργασίας για να ανατραπεί, με την μαζική πάλη του οργανωμένου λαού, αυτή η εξοντωτική πολιτική, να πέσει η κυβέρνηση του Σαμαρά και κάθε κυβέρνηση που ακολουθεί την ίδια πολιτική που φέρνει λιτότητα, φτώχεια, ανεργία, αυτοκτονίες και δυστυχία. Χρέος επίσης δικό μας αποτελεί η αποκάλυψη στον ελληνικό λαό, η τεκμηρίωση κι η ενημέρωσή του για την γενοκτονία που επιχειρείται από τον οδοστρωτήρα των Μνημονίων, μέσω της εκποίησης της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, κ.α. Η στράτευση όλων μας, σε ένα μέτωπο ανατροπής, αποκτά ακόμη πιο επιτακτικό χαρακτήρα εν όψει των αρνητικών εξελίξεων που δρομολογούνται (μέτρα λιτότητας, κατασχέσεις πρώτης κατοικίας, κ.α.) με αφορμή το νέο δάνειο που ήδη συζητιέται στην ΕΕ και θα έρθει να καλύψει το χρηματοδοτικό κενό των επόμενων χρόνων.

Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι
Κηρύχνουν τη λιτότητα
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα
Ζητάνε θυσίες
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους
Για τις μεγάλες εποχές που θα’ρθουν
Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο
Λες πως η τέχνη να κυβερνάς το λαό
Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού

                                                                           Μπέρτολντ Μπρεχτ

ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΧΑΡΙΖΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ
Πάλη μέχρι τη νίκη!  
ΨΗΦΟ ΣΤΗΝ
ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ
ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ
Αγωνιστικό Ριζοσπαστικό Μέτωπο Οικονομολόγων, (ΑΡΜΟ),
Πατριωτική Δημοκρατική Συνεργασία – Οικονομολόγων,(ΠΑ.ΔΗ.ΣΥ.-Ο)
Μέτωπο Συνεργασίας-Οικονομολόγων, (ΜΕ.ΣΥ.-Ο)

και ανεξάρτητοι οικονομολόγοι

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Διακύρηξη Α.Ρ.Μ.Ο. για τις εκλογές στο Οικονομικό Επιμελητήριο 2010


ΠΑΥΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ!
ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩ KAI THN EE
ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΜΕ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ
ΝΑ ΑΝΑΤΡΑΠΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΙΤΟΤΗΤΑΣ 

     Οι εκλογές στο Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας, στις 12 Δεκέμβρη, πραγματοποιούνται στο μέσο της χειρότερης επίθεσης που έχουν ποτέ δεχτεί οι εργαζόμενοι της Ελλάδας, με πολιορκητικό κριό το Μνημόνιο της ντροπής που υπέγραψε η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Γεώργιου Παπανδρέου και τα εξαπτέρυγά της: η Ντόρα Μπακογιαννη-Μητσοτάκη και το ακροδεξιό ΛΑΟΣ!
     Η προσφυγή στον μηχανισμό δανειοδότησης ΔΝΤ και ΕΕ δεν ήταν μονόδρομος όπως έλεγε η κυβέρνηση και τα παπαγαλάκια της. Η «χημειοθεραπεία» των ΔΝΤ-ΕΕ ήταν μια πολιτική επιλογή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και της αστικής τάξης που εξυπηρετούσε δύο στόχους: Ο πρώτος στόχος ήταν να σωθούν οι γερμανικές και γαλλικές κυρίως τράπεζες που κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους, κερδίζοντας χρόνο για να μπορέσουν να ξεφορτωθούν τα ελληνικά ομόλογα. Η οικονομική κατοχή της Ελλάδας δηλαδή, όπως προωθείται με το Μνημόνιο της ντροπής και την ατιμωτική νεοαποικιακή Δανειακή Σύμβαση φέρει την υπογραφή της Deutsche Bank και της Credit Agricole.
     Ο δεύτερος στόχος της υπαγωγής στο μνημόνιο αφορούσε την αφαίρεση των θεμελιωδέστερων εργατικών και λαϊκών κατακτήσεων: Οι απολύσεις χιλιάδων συμβασιούχων, οι μειώσεις των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων και των συντάξεων, η κατάργηση των επιδομάτων, η ιδιωτικοποίηση του ΟΣΕ και της ηλεκτρικής ενέργειας, η βαθιά αντιλαϊκή αύξηση των έμμεσων φόρων (σε καύσιμα, ποτά και τσιγάρα) και πολύ περισσότερο του ΦΠΑ από το 19% στο 23% ταυτόχρονα με την μείωση των φόρων των ανωνύμων εταιρειών από το 25% στο 20%, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, το νέο αντι-ασφαλιστικό νομοσχέδιο που μετατρέπει τις συντάξεις σε επιδόματα, ο Καλλικράτης που αντιδραστικοποιεί τους δήμους, ο νόμος για την επιτάχυνση των ιδιωτικών επενδύσεων που καταργεί φιλοπεριβαλλοντικούς νόμους, εργατική και φορολογική νομοθεσία και πολλοί άλλοι νόμοι που εφαρμόστηκαν υπό την επίκληση του Μνημονίου σηματοδοτούν την επιστροφή στον κοινωνικό και εργασιακό Μεσαίωνα.
     Με την υπαγωγή δηλαδή στον μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ η αστική τάξη μπόρεσε να επιβάλει ένα πρωτοφανές για τα μεταπολεμικά χρονικά πραξικόπημα. Η «σιδερένια φτέρνα» μάλιστα δεν αφορά μόνο στην οικονομία, αλλά και στα πολιτικά δικαιώματα, όπως δείχνει η ψήφιση από το θερινό τμήμα του τρομονόμου, ακόμη και τη συνταγματική νομιμότητα. Το βεβαιώνει η πλημμυρίδα ξένων μυστικοσυμβούλων, η αναβάθμιση του υπουργού Οικονομικών και η παράλληλη υποβάθμιση της Βουλής, που ούτε σαν πλυντήριο δεν καταδέχονται πλέον να τη λειτουργήσουν…
     Ο δρόμος (…με τις λεύκες) της υπαγωγής στον μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ δεν είναι μόνο κοινωνικά και ταξικά άδικος και μονομερής, αλλά είναι και αναποτελεσματικός. Το βεβαιώνει η πρόβλεψη του Μνημονίου ότι το δημόσιο χρέος που πέρυσι, το 2009, ήταν στο 115% του ΑΕΠ θα φθάσει στο τέλος της τριετούς θεραπείας-σοκ στο 149% του ΑΕΠ. Το βεβαιώνει η πρόβλεψη του προϋπολογισμού του 2011 ότι το δημόσιο χρέος τον επόμενο χρόνο θα ξεπεράσει το 142%. Η αναποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής επιβεβαιώνεται ακόμη από την εκτίναξη των σπρεντ στο ύψος που ήταν τον Μάιο, από την υστέρηση των δημοσίων εσόδων, από την εφαρμογή νέου Μνημονίου μέσα στο κατακαλόκαιρο μάλιστα και πολλά ακόμη. Η αποτυχία της κυβέρνησης να υλοποιήσει τους ονομαστικούς στόχους που η ίδια έθεσε δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο ποιο ήταν το ζητούμενο: Να σωθούν οι ευρωπαϊκές και οι ελληνικές τράπεζες (που έχουν απορροφήσει 78 δις. ευρώ) και όχι η Ελλάδα και να εξαφανισθούν τα εργατικά δικαιώματα. Να γίνουν δηλαδή οι εργαζόμενοι μια άμορφη μάζα!
     Ακόμη επομένως και να εφαρμοσθεί η κοινωνική πανούκλα του Μνημονίου η Ελλάδα ποτέ δεν πρόκειται να ξεπεράσει τις δομικές αδυναμίες που προκάλεσαν την κρίση χρέους του 2010. Γιατί, αν οι βαθύτερες αιτίες της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης πρέπει να αναζητηθούν στην πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους και την ακόλουθη κρίση υπερσυσσώρευσης που ξέσπασε το 1973, οι αιτίες της τρέχουσας δημοσιονομικής κρίσης βρίσκονται:
• στη χαμηλή φορολογία του κεφαλαίου, η οποία δημιουργεί λόγω χαμηλών εσόδων τα ελλείμματα στον κρατικό προϋπολογισμό,
• στα τεράστια ποσά που πληρώνουμε για την εξυπηρέτηση του επαχθούς δημόσιου χρέους, προϊόν ρεμούλας κατά το μεγαλύτερο μέρος του
• και στην παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη η οποία γεννάει εμπορικά ελλείμματα, καταστρέφει την εγχώρια παραγωγή και εκτινάσσει την ανεργία.
     Επομένως, η μοναδική άμεση λύση για να ξεπερασθεί η κρίση σε όφελος των εργαζομένων, βρίσκεται στην ταξική ανασυγκρότηση και την πολιτική πάλη του εργατικού-λαϊκού κινήματος για την επιβολή των παρακάτω στόχων:
• Άρνηση πληρωμής του δημόσιου χρέους
• Έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ και την ΕΕ
• Αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και επιδόματα ανεργίας.
• Εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο στους τομείς της βιομηχανίας, επικοινωνίας, ενέργειας, μεταφορών κλπ.
• Δημόσια δωρεάν και υψηλού επιπέδου υγεία, παιδεία, κοινωνική ασφάλιση.
• Κατάργηση του ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής και πρώτης ανάγκης. Μείωση των έμμεσων φόρων.
• Δραστική αύξηση της άμεσης φορολογίας του μεγάλου κεφαλαίου και μείωσή της για τους εργαζόμενους-συνταξιούχους.
Απολογισμός της δράσης μας
Το Αγωνιστικό Ριζοσπαστικό Μέτωπο Οικονομολόγων (ΑΡΜΟ) που ιδρύθηκε το 2004 και τώρα ζητάει για τρίτη φορά την ψήφο των μελών του Επιμελητηρίου πρωτοστάτησε όλα αυτά τα χρόνια στην αποκάλυψη του ταξικού περιεχομένου της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής. Κυρίως όμως, το τελευταίο χρονικό διάστημα, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης απέναντι στη «χούντα» του Μνημονίου. Συγκεκριμένα, με άξονα το ΑΡΜΟ συγκροτήθηκε η Πρωτοβουλία Οικονομολόγων και Πανεπιστημιακών, που από τον Μάιο κιόλας αντιστάθηκε στην υπαγωγή στον μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ τονίζοντας πως ο νέος διεθνής οικονομικός έλεγχος δεν αποτελεί μονόδρομο και η προσφυγή ισοδυναμεί με φτώχεια, ανεργία, κατοχή κι επικυριαρχία. Επίσης ζητήσαμε: έξοδο από το ευρώ, παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους και επαναδιαπραγμάτευσή του με στόχο τη μείωση ή και τη διαγραφή του, εθνικοποίηση τραπεζών και επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου στο 45%, κ.λπ.
     Η Πρωτοβουλία Οικονομολόγων και Πανεπιστημιακών βρήκε μεγάλη απήχηση που εκφράστηκε μέσα από τη συγκέντρωση υπογραφών στο διαδίκτυο, την διοργάνωση μεγάλης εκδήλωσης στις 17 Ιούνη 2010 στην Αθήνα και πολλών ακόμη μικρότερων εκδηλώσεων σε όλη την Ελλάδα.
     Με αυτό τον τρόπο, συμβάλλοντας δηλαδή με τις επιστημονικές μας γνώσεις στην λαϊκή αντίσταση και τους εργατικούς αγώνες για μια καλύτερη ζωή, τιμήσαμε τις εκατοντάδες ψήφους που συγκεντρώσαμε και την εμπιστοσύνη που μας έδειξαν οι συνάδελφοι – μέλη του ΟΕΕ στις προηγούμενες εκλογές. Επίσης με την παρουσία μας στις Συνελεύσεις και αρθρογραφία – όποτε αυτό ήταν δυνατό – στο περιοδικό του Επιμελητηρίου αποκαλύψαμε την ασκούμενη οικονομική πολιτική και προβάλαμε τη ανάγκη των εργατικών αγώνων.
Ο ρόλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου
     Ταυτόχρονα, δεν παραβλέψαμε τον ρόλο του Οικονομικού Επιμελητηρίου. Παρά το γεγονός ότι η διοίκησή του εκλέγεται, παρά την κριτική που συχνά ασκεί απέναντι στην κυβέρνηση, στην πραγματικότητα το Επιμελητήριο αποτελεί έναν κρατικό μηχανισμό, όργανο του κράτους και όχι των συναδέλφων που πλήττονται από την εργοδοτική αυθαιρεσία στα Νταχάου του ιδιωτικού τομέα. Το Επιμελητήριο εκφράζει τα ανώτερα εισοδηματικά και κοινωνικά στρώματα που ασκούν οικονομολογικά επαγγέλματα και όχι τους μισθωτούς, τους ολοένα περισσότερους ανέργους και την πλειοψηφία των αυτοαπασχολουμένων ή μικροεπαγγελματιών που δραστηριοποιούνται στο επάγγελμα, τα συμφέροντα των οποίων ταυτίζονται με αυτά των μισθωτών.
     Η αντιδραστική ταξική τοποθέτηση του Επιμελητηρίου (και όχι απλά της σημερινής φιλο-ΝΔ ή της προηγούμενης φιλο-ΠΑΣΟΚ διοίκησης) φαίνεται πεντακάθαρα από τις παρακάτω επιλογές:
• Την απροθυμία του να προσφύγει δικαστικά κατά του Μνημονίου στο Συμβούλιο της Επικρατείας όπως έπραξαν άλλοι φορείς και συνδικαλιστικές ενώσεις (π.χ. Δικηγορικός Σύλλογος Αθήνας, ΑΔΕΔΥ, κ.α.). Το Επιμελητήριο υποστήριξε την προσφυγή και είναι υπόλογο για την ανοχή που επιδεικνύει απέναντι στην οικονομική κατοχή.
• Την ενεργό υποστήριξη που προσέφερε στις αντι-ασφαλιστικές ανατροπές των τελευταίων χρόνων ιδρύοντας, κατ’ εφαρμογή σχετικών νόμων, το ανταποδοτικό ταμείο ΕΤΑΟ. Ταμείο που υπονομεύει τα ασφαλιστικά μας δικαιώματα και το δημόσιο σύστημα ασφάλειας, νομιμοποιώντας την απόσυρση της εργοδοσίας από τη συμμετοχή της στις ασφαλιστικές εισφορές.
• Την ιδιαίτερη συμβολή που είχε στην προώθηση της κατηγοριοποίησης των λογιστών, η οποία στερεί επαγγελματικά και μισθολογικά δικαιώματα από χιλιάδες χαμηλόμισθους συναδέλφους.
• Τις νέες ευθύνες που επωμίζονται οι λογιστές – φοροτέχνες με την πιστοποίηση και την ψηφιακή υπογραφή ,την φορολογική αναμόρφωση των δαπανών στο τέλος της χρήσης και ευθύνη για την σωστή απόδοση των παρακρατούμενων και εμμέσων φόρων.
Ψήφος στο ΑΡΜΟ
Το Αγωνιστικό Ριζοσπαστικό Μέτωπο Οικονομολόγων ζητάει την ψήφο των μελών του Επιμελητηρίου στις 12 Δεκέμβρη έτσι ώστε:
• Με την ανεξάρτητη και συλλογική δράση μας να υποστηρίξουμε και να προβάλουμε την αναγκαιότητα αλλά κυρίως τη δυνατότητα συνολικών πολιτικών νικών και κατακτήσεων σε βάρος του κεφαλαίου και υπέρ της εργασίας, στον αντίποδα της πολιτικής που εφαρμόζει το ΠΑΣΟΚ, επαγγέλλεται η ΝΔ και «σπονσονάρει» η ΕΕ και ο ΣΕΒ.
• Να συμβάλουμε στην δημιουργία ενός νέου χειραφετημένου από την συνδικαλιστική γραφειοκρατία εργατικού κινήματος και στην ανάπτυξη αγώνων που θα αντιπαλεύουν την σημερινή πολιτική.
• Να αποτρέψουμε, στο μέτρο του δυνατού, μέτρα και διατάξεις που εφαρμόζονται στο χώρο της επαγγελματικής μας δραστηριοποίησης και είναι σε βάρος των μισθωτών και χαμηλοαμειβόμενων τα οποία εκπορεύονται από το Οικονομικό Επιμελητήριο.
• Άμεσα δε να παλέψουμε για την ανατροπή του Μνημονίου της ντροπής και την απομάκρυνση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ από τα «κάτω» και από τα αριστερά, με ανυποχώρητους λαϊκούς και εργατικούς αγώνες.

Οκτώβρης 2010

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΩΝ


                                        ΠΑΥΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ - ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩ!
      ΔΝΤ σημαίνει φτώχεια ανεργία, κατοχή κι επικυριαρχία

Δραματική επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων, της νεολαίας και των συνταξιούχων προοιωνίζεται η προσφυγή στο ΔΝΤ και το μηχανισμό διάσωσης της ΕΕ. Με αφορμή την δυσκολία δανεισμού του δημοσίου, επιχειρείται ένα πρωτοφανές για τα μεταπολεμικά δεδομένα πλήγμα στις κατακτήσεις των εργαζομένων.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, μετά από ένα καταιγισμό αντιλαϊκών μέτρων (αύξηση του ΦΠΑ, την μείωση των μισθών των δημόσιων υπαλλήλων, κ.α.), με το μνημόνιο που ψήφισε στη Βουλή, φέρεται αποφασισμένη να επιβάλλει: καταστρατήγηση των συλλογικών συμβάσεων, δραματική συρρίκνωση σε βαθμό εξαφάνισης των ασφαλιστικών μας δικαιωμάτων, κατάργηση του ορίου απολύσεων που θα οδηγήσει σε έκρηξη την ανεργία, περαιτέρω ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας κ.α.
Ωστόσο, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, εκλέχτηκε με δέκα μονάδες διαφορά από τη ΝΔ τον Οκτώβρη υποσχόμενη αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος των εργαζομένων και πράττει ακριβώς τ’ αντίθετο. Επομένως, δεν έχει καμιά νομιμοποίηση να σύρει τους εργαζόμενους στο σφαγείο του ΔΝΤ και του (κατ’ ευφημισμό) μηχανισμού διάσωσης της ΕΕ.
Η προσφυγή στο μισητό ΔΝΤ ισοδυναμεί με κοινωνικό όλεθρο γιατί θα προκαλέσει έκρηξη της φτώχειας και συνεχή μέτρα λιτότητας, καθώς η ύφεση θα οδηγεί σε συνεχή συρρίκνωση τα δημόσια έσοδα. Τι θετικό άλλωστε βρίσκει η κυβέρνηση στην Ουγγαρία, τη Λετονία, την Ουκρανία, την Τουρκία και δεκάδες άλλες χώρες του κόσμου που υποβλήθηκαν στο παρελθόν στις θεραπείες σοκ του μισητού οργανισμού;
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είναι εκτεθειμένη πολύ περισσότερο μετά την απόφαση της ΕΕ στις 9 Μαΐου όταν έγινε εμφανές πως υπήρχαν κι άλλοι δρόμοι από την μετατροπή των εργαζομένων της Ελλάδας σε πειραματόζωα για την εφαρμογή των νέων αντι-εργασιακών μέτρων. Πρόκειται για εξέλιξη που διευκολύνει την Ελλάδα να ζητήσει ακύρωση των αντιλαϊκών μέτρων.

Ο νέος Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος δεν είναι μονόδρομος

Η κυβέρνηση εξ αρχής είχε κι άλλους δρόμους πριν οδηγήσει την Ελλάδα στο τελευταίο σκαλοπάτι του διασυρμού, εκεί που συνωστίζονται όλα τα αποτυχημένα κράτη του κόσμου. Μπορούσε: να προσφύγει σε εσωτερικό δανεισμό (κάτι που δεν έκανε για να μη δυσαρεστήσει τους τραπεζίτες που θα έχαναν μέρος των καταθέσεων), να απαιτήσει ευνοϊκό δανεισμό από την ΕΚΤ (με επιτόκιο 1% που δανείζει τις τράπεζες), να απευθυνθεί στην Κίνα (όχι μέσω της …Goldman Sachs), στη Ρωσία και στις αραβικές χώρες, να απαιτήσει διμερή δανεισμό από άλλες χώρες της ΕΕ ακόμη κι απ’ τη Γερμανία με το επιτόκιο που δανείζεται η ίδια, ως ελάχιστη υποχρέωση τους για τη ζημιά που έχουν προκαλέσει στο εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας από το 1981, να συμπτύξει μέτωπο διεκδίκησης φθηνών δανείων με άλλες χώρες του νότου που αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, κ.λπ), να αντιμετωπίσει τη φοροδιαφυγή, που αγγίζει τα 19 δισ. ευρώ (8% του ΑΕΠ), να φορολογήσει την εκκλησία, τις τράπεζες, τους εφοπλιστές, να μειώσει τους εξοπλισμούς, κ.α.
Αντί για τα παραπάνω η κυβέρνηση επέλεξε ένα νέο Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο υπό το μανδύα του ΔΝΤ, επικαλούμενη τα σπρεντς της δευτερογενούς αγοράς (που μόνο ενδεικτική σημασία έχουν) πριν καν εκδώσει ομόλογα! Μια επιλογή που αποδεικνύεται καταστροφική κι επίσης ατελέσφορη. Ιδιαίτερα, μετά την ολιγωρία της κυβέρνησης να βάλει πρακτικά εμπόδια στη συνεχή φυγή κεφαλαίων από τις τράπεζες που οξύνει τα πρόβλημα ρευστότητας αυξάνοντας τον κίνδυνο δέσμευσης των καταθέσεων των μικροαποταμιευτών από τους τραπεζίτες!
Η κυβέρνηση επομένως, με τη συνενοχή του ΛΑΟΣ, των ξένων πρεσβειών, την ουσιαστική συμφωνία της ΝΔ και με την ενθάρρυνση των ΜΜΕ που καλλιεργούν κλίμα πανικού επωμίζεται τεράστιες, ιστορικές ευθύνες που ισοδυναμούν με πρωτοφανή οπισθοδρόμηση στο επίπεδο της οικονομίας και των κοινωνικών δικαιωμάτων. Δραματικές είναι επίσης κι οι συνέπειες στο μέτωπο των δημοκρατικών ελευθεριών που σηματοδοτεί η ξένη κατοχή όπως φαίνεται από τις υπερεξουσίες που συγκεντρώνει ο υπουργός Οικονομικών, από την επίδειξη βίας των δυνάμεων καταστολής και τις επιθέσεις στην Αριστερά και σε τμήματα πρωτοπόρων εργατών που μάχονται για τα δικαιώματά τους, όπως οι ναυτεργάτες.

Σε αυτό το κλίμα προοδευτικοί οικονομολόγοι και επιστήμονες με διαφορετικές απόψεις κι από διαφορετικές πολιτικές διαδρομές:


•    καλούμαστε να σπάσουμε τη συνήθη σιωπή, να στηρίξουμε τους αγώνες των εργαζομένων για υπεράσπιση και διεύρυνση των κοινωνικών τους κατακτήσεων, για να μην περάσει ο νέος Μεσαίωνας.
•    θεωρούμε πλέον κοινωνική αναγκαιότητα την έξοδο από το ευρώ και την ΟΝΕ κι επίσης την παύση πληρωμών του χρέους και την επαναδιαπραγμάτευση του με στόχο την μείωση ή και τη διαγραφή του. Οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα λόγο να επωμίζονται κάθε χρόνο το τεράστιο βάρος εξυπηρέτησης ενός χρέους που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι και παραλύει κάθε προσπάθεια άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής. Αρκεί ν΄ αναφερθεί πως με βάση τον κρατικό προϋπολογισμό, που έχει ανατραπεί επί τα χείρω, οι πληρωμές τόκων (12,3 δισ. ευρώ) είναι διπλάσιες από τις πληρωμές συντάξεων (6,4 δισ.), ενώ τα χρεολύσια (29,1 δισ.) ξεπερνούν τις δαπάνες προσωπικού (26,5 δισ.)!
•    απαιτούμε από την κυβέρνηση να θέσει επιτέλους ένα φραγμό στη ασυδοσία των τραπεζών επιβάλλοντας απαγόρευση φυγής κεφαλαίων, να προχωρήσει στην κρατικοποίηση των μεγάλων τραπεζών, την επαναφορά στο δημόσιο των στρατηγικής σημασίας ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων (ΟΤΕ, Ολυμπιακή κ.α.) την εφαρμογή μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων μιας μακρόπνοης βιομηχανικής πολιτικής.
•    άμεσα δε, διεκδικούμε την αύξηση των συντελεστών φορολόγησης των μεγάλων επιχειρήσεων, στο 45%, όπως ήταν μέχρι το 1981. Με βάση υπολογισμούς του σημερινού υπουργού Οικονομικών, από την μείωση των συντελεστών φορολόγησης των ΑΕ (από 35% στο 25%) που ανακοίνωσε ο Κ. Καραμανλής από τη ΔΕΘ το 2004, το δημόσιο χάνει κάθε χρόνο 5 δισ. Επομένως, τα διαφυγόντα έσοδα την τελευταία 6ετία είναι ίσα με το έλλειμμα του προϋπολογισμού. Γι’ αυτό ζητάμε άμεση αύξηση της φορολόγησης κεφαλαίου για να στηριχθεί η δημόσια υγεία και παιδεία. Επίσης ζητάμε μείωση του ΦΠΑ και των έμμεσων φόρων και αύξηση του αφορολόγητου ορίου για τους εργαζόμενους. Αυτά τα μέτρα μπορούν να λύσουν το πρόβλημα χρηματοδότησης της οικονομίας κι αποτελούν αφετηρία μιας γενναίας αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου που έχουν ανάγκη οι εργαζόμενοι.
•    καλούμε τον ελληνικό λαό να ανατρέψει τη νέα κατοχή. Να ακυρώσει τα εξευτελιστικά, αντιλαϊκά σχέδια υποταγής στο ΔΝΤ και τον μηχανισμό εξόντωσης της ΕΕ.
•    Τέλος, αναγνωρίζοντας την ανάγκη διεύρυνσης του μετώπου δηλώνουμε την πρόθεσή μας να συμβάλουμε στο μέτρο των δυνάμεών μας σε κάθε ευρύτερη πρωτοβουλία που θα κινείται στην κατεύθυνση στήριξης των λαϊκών αγώνων και καταγγελίας της κυβερνητικής πολιτικής.
Αθήνα, 15 Μαΐου 2010

1.    Βατικιώτης Λεωνίδας
2.    Γαϊτανίδου Ευανθία
3.    Γάτσιος Βασίλης
4.    Γεωργίου Γιώργος
5.    Γκαγκάτσος Γιάννης
6.    Γρόλλιος Γιώργος
7.    Διαβολάκης Θανάσης
8.    Δημητούλης Δημήτρης
9.    Ζέρβας Μάκης
10.    Καζάκης Δημήτρης
11.    Κόκκορης Μάκης
12.    Κοσμάς Πέτρος
13.    Κουτσομπίνα Καίτη
14.    Κυράνας Μιχάλης
15.    Κυριακάκης Γιάννης
16.    Λάλος Κώστας
17.    Μπαλιώτης Θόδωρος
18.    Μπιτσάκης Ευτύχης
19.    Μωραϊτου Ευγενία
20.    Παπαλεξίου Γιώργος
21.    Παπανικολάου Νίκος
22.    Παππάς Κώστας
23.    Παυλόπουλος Γιώργος
24.    Ρεκλείτης Αλέξανδρος
25.    Ρούσης Γιώργος
26.    Σκαμνάκης Θανάσης
27.    Τασιάκος Χρίστος
28.    Τρικαλινός Γιώργος
29.    Χρήστου Ευαγγελία


Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΔΙΑΛΟΓΟΥ & ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ του Α.Ρ.Μ.Ο για την κρίση και την απάντηση της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ.



Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

ΤΑΞΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΛΑΪΚΟΣ Ο ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΓΙΑ ΤΟ 2010


ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ


Προϋπολογισμό λιτότητας και περικοπών, στα χνάρια των αντιλαϊκών προϋπολογισμών των κυβερνήσεων της ΝΔ, πρότεινε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Είναι ένας προϋπολογισμός που θέτοντας ως απόλυτη προτεραιότητα την μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 9,2% το 2010 από 12,2% φέτος, κι όχι την ανακούφιση των εργαζομένων, αν γίνει νόμος θα δυσχεράνει τη θέση της εργαζόμενης πλειοψηφίας και θα ευνοήσει την αστική τάξη.

Ο προϋπολογισμός του 2010 αυξάνει τους φόρους κατά 3,5 δισ. ευρώ (προβλέψεις για το 2010: 54,1 δισ. ευρώ, έναντι εκτιμήσεις πραγματοποιήσεων για το 2009: 50,6 δισ. ευρώ).

Η αύξηση των φόρων επιβαρύνει δυσανάλογα τους μισθωτούς. Ταυτόχρονα μειώνονται τα φορολογικά βάρη των επιχειρήσεων. Τη στιγμή που ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων μειώνεται(!) κατά 7,2% σε σχέση με φέτος, ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων αυξάνεται κατά 4,4%, οι έμμεσοι φόροι αυξάνονται κατά 5,7% κι οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης (καπνού κ.α.) αυξάνονται κατά 9,4%.

Ταυτόχρονα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, παρά τις καταγγελίες που έκανε στο παρελθόν, διατηρεί άθικτους κι ενσωματώνει στο νομοθετικό φορολογικό της οπλοστάσιο ακραία αντιλαϊκούς νόμους της ΝΔ, όπως την αύξηση του ΦΠΑ κατά 1 μονάδα και την μείωση των φορολογικών συντελεστών των επιχειρήσεων κατά 10 ολόκληρες μονάδες.

Σε αυτό το πλαίσιο η έκτακτη εισφορά που επέβαλε η κυβέρνηση στις μεγάλες κερδοφόρες επιχειρήσεις δεν ανατρέπει την φιλο-επιχειρηματική πολιτική, αλλά τη διαιωνίζει! Γι αυτό το δέχτηκε χωρίς αντιδράσεις κι ο ΣΕΒ.

Επιπλέον βήμα για την όξυνση της φορολογικής αδικίας που συντελείται εις βάρος των μισθωτών θα αποτελέσει το αναμενόμενο φορολογικό νομοσχέδιο. Η αδικία σήμερα δεν εντοπίζεται στον μεγάλο αριθμό των φοροαπαλλαγών, όπως διατείνεται ο υπουργός Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, αλλά στο γεγονός ότι ακόμη και στον προϋπολογισμό του 2010 που έφερε το ΠΑΣΟΚ οι έμμεσοι φόροι είναι πολλοί περισσότεροι από τους άμεσους (30,4 δισ. ευρώ έναντι 23,7 δισ. ευρώ) και στη θεσμοθετημένη, επίσημη απαλλαγή του κεφαλαίου από κάθε ουσιαστική υποχρέωση!

Ο ταξικός χαρακτήρας του προϋπολογισμού αποκαλύπτεται κι από την καθαρή μείωση στη χρηματοδότηση των ασφαλιστικών ταμείων το 2010 κατά 8,3% σε σχέση με το τρέχον έτος. Ειδικότερα η χρηματοδότηση του ΟΑΕΕ, που ενδιαφέρει και πολλούς συναδέλφους, θα είναι σχεδόν κατά ένα τρίτο (27,3%) μικρότερη σε σχέση με φέτος. Ως αποτέλεσμα θα αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του ακόμη πιο δύσκολα και νέα χαράτσια μαζί με την υποβάθμιση των ήδη άθλιων παρεχόμενων υπηρεσιών πολύ πιθανά θα μας περιμένουν. Κι όλα αυτά ενώ η κυβέρνηση σκοπεύει να δώσει, σύμφωνα με δηλώσεις (25/11/2009) του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Ευ. Βενιζέλου, για εξοπλιστικά προγράμματα τα επόμενα χρόνια 25 δισ. ευρώ!

Ο αντιλαϊκός προϋπολογισμός συμπληρώνεται με το πραξικοπηματικό άνοιγμα του ασφαλιστικού. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κι ο υπουργός Εργασίας, Ανδ. Λοβέρδος (στα χνάρια της Φ. Πετραλιά, του Δ. Ρέππα κ.α.), σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα επιχειρήσουν το επόμενο διάστημα να ανατρέψουν κατακτήσεις και κατοχυρωμένα δικαιώματα επικαλούμενοι την ανάγκη μείωσης των κρατικών δαπανών και περιορισμού του ελλείμματος. Ο «διάλογος» που ξεκινούν, με την στήριξη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ) είναι προσχηματικός και στόχο έχει τη νομιμοποίηση στα μάτια της κοινωνίας αντιλαϊκών μέτρων όπως η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης κι η κατακρεούργηση των κοινωνικών παροχών.

Η αντιλαϊκή πολιτική της νέας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ φαίνεται επίσης από τις αντεργατικές ρυθμίσεις που περνάει στο μέτωπο των εργασιακών σχέσεων. Ειδικότερα, το θετικό μέτρο της κατάργησης των Stage στο δημόσιο δεν αποτέλεσε ταυτόχρονα μέτρο ενίσχυσης της μόνιμης και σταθερής εργασίας, αλλά αξιοποιήθηκε ως μέτρο μείωσης των μισθολογικών δαπανών. Ως αποτέλεσμα της μη πλήρωσης των σχετικών θέσεων εργασίας με μόνιμο προσωπικό οι δημόσιες υπηρεσίες θα υπολειτουργούν κι οι στρατιές των ανέργων θα αυξηθούν.

Επίσης, η κατηγορηματική άρνηση της κυβέρνησης να ικανοποιήσει τα αιτήματα των λιμενεργατών του Πειραιά για επιστροφή του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας στο δημόσιο και πλήρη διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων δείχνει την ειλημμένη απόφαση του ΠΑΣΟΚ να συνεχίσει να υπηρετεί τη γραμμή της ΝΔ για ξεπούλημα του ΟΛΠ στους Κινέζους, του ΟΤΕ στους Γερμανούς και της Ολυμπιακής στον Βγενόπουλο.

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΡΟΪΔΙΑ

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΠΑΣΟΚ – ΕΕ – ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ – ΝΔ,

ΜΟΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΟΙ ΕΡΓΑΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ!

Απέναντι στον αντεργατικό οδοστρωτήρα που έρχεται το ΑΡΜΟ πιστεύει πως μόνη απάντηση είναι οι εργατικοί αγώνες. Η ανάπτυξη ταξικών, μαχητικών κινητοποιήσεων ενάντια στην εφαρμοζόμενη πολιτική αποτελεί μονόδρομο σήμερα για να μην περάσει η αντιλαϊκή πολιτική.

Τη μάχη αυτή δεν μπορεί να τη δώσει η συνδικαλιστική γραφειοκρατία που έσπευσε να εκφράσει τη ικανοποίησή της από τον προϋπολογισμό, που αναπαράγει την ιδεολογική τρομοκρατία του χρέους και των ελλειμμάτων και στέκεται εχθρικά απέναντι σε κάθε ανεξάρτητη εργατική πρωτοβουλία.

Με αυτό το πλαίσιο για να μείνουν στα χαρτιά τα σχέδια κυβέρνησης – ΕΕ – κεφαλαίου – ΝΔ απαιτείται ανεξάρτητος ταξικός συντονισμός των εργατικών σωματείων με μαζικές διαδικασίες, σχέδιο και κλιμάκωση στην κατεύθυνση ενός παρατεταμένου αγώνα για την ανατροπή αυτής της πολιτικής.

Νοέμβριος 2009

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Β. ΜΗΝΑΚΑΚΗΣ

Πίσω από την κρίση που ξέσπασε στις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη οδηγώντας ακόμα και τους Ταλιμπάν των ελεύθερων αγορών να διερωτώνται για τις αιτίες του "χρηματοπιστωτικού τσουνάμι" σύμφωνα με τον Άλαν Γκρίνσπαν, δεν βρίσκονται οι υπερβολές του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή η απληστία των αργυρώνητων στελεχών τους. Βρίσκονται οι βαθύτεροι νόμοι κίνησης του ίδιου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και οι εσωτερικές αντιφάσεις του.

Γύρω από την ερμηνεία της κρίσης και τις αιτίες της διεξάγεται μια έντονη ιδεολογική και πολιτική διαπάλη. Όπως είναι φανερό, το επίδικό της δεν είναι το χθες, αλλά τα συμπεράσματα που θα βγάλει ο κόσμος της εργασίας γι' αυτό που γίνεται και γι' αυτό που ως κοινωνικοπολιτική διέξοδος πρέπει να γίνει.
Σύμφωνα με αρκετές αστικές ερμηνείες, η κρίση οφείλεται στις διαρθρωτικές ανισορροπίες της οικονομίας (ειδικά της αμερικανικής) που δημιουργήθηκαν από λάθος πολιτικές επιλογές, στην απληστία που έδειχναν κυρίως οι επενδυτικές τράπεζες και οι διαχειριστές κεφαλαίων (τα πολυσυζητημένα golden boys), στην απουσία αποτελεσματικού θεσμικού πλαισίου που θα ρυθμίζει τους κανόνες του παιχνιδιού και θα αποτρέπει κραυγαλέες εκτροπές.
Κυρίαρχη θέση όμως έχουν οι διάφορες εκδοχές των αντινεοφιλελεύθερων, νεο-κεϋνσιανών απόψεων, οι οποίες αποδίδουν την κρίση στο νεοφιλελεύθερο φονταμενταλισμό των κυβερνήσεων και τη θρησκευτική προσήλωση στις απελευθερωμένες αγορές, στην κυριαρχία της χρηματοπιστωτικής σφαίρας απέναντι στη λεγόμενη "πραγματική οικονομία" (π.χ. οι αναλύσεις περί "καπιταλιστικού καζίνο") και της οικονομίας απέναντι στην πολιτική, στην απουσία ρυθμιστικών κανόνων και "κοινωνικών κριτηρίων" από την πλευρά του κράτους, της πολιτείας και της πολιτικής, που θα ελέγχουν τους μηχανισμούς της αγοράς.
Οι δύο οπτικές έχουν ορισμένες διαφορές και ένα σημαντικότατο κοινό σημείο: Και από τις δύο απουσιάζει ως αιτία το ίδιο το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας, της μισθωτής εκμετάλλευσης, της ελεύθερης αγοράς, του ανταγωνισμού και της κρατικής καταπίεσης - άρα απουσιάζει ως λύση η σύγκρουση με αυτά τα δομικά στοιχεία του συστήματος.
Σύμφωνα, λοιπόν, με το κυρίαρχο ιδεολογικό σχήμα της περιόδου, βασική αιτία της κρίσης είναι η απληστία, η κερδοσκοπική διάθεση που επέδειξαν ορισμένοι τραπεζίτες, διαχειριστές κεφαλαίων και επενδυτές. Στον πυρήνα του σχήματος βρίσκεται η άποψη που καταδικάζει το "χυδαίο ή άκρατο καπιταλισμό", τις "υπερβολές" της ελεύθερης οικονομίας και της αγοράς, αλλά όχι την "εντός λογικών πλαισίων και με κοινωνική υπευθυνότητα" λειτουργία τους. Όμως οι "ακρότητες" δεν είναι φαινόμενα που αντιστρατεύονται τη φύση του καπιταλισμού, αλλά εκδηλώσεις της σύμφυτης με αυτόν τάσης για αναζήτηση του μέγιστου κέρδους. Με αυτή την έννοια, το ζητούμενο για τα εργατικά συμφέροντα δεν είναι απλώς το "ψαλίδισμα των υπερβολών" ή η "θέσπιση ρυθμιστικών κανόνων", αλλά η κατάργηση της εκμετάλλευσης, της ατομικής ιδιοκτησίας και της αγοράς που όσο διατηρούνται, θα αναπαράγουν διαρκώς την απληστία και το "εντός" αλλά και το "εκτός πλαισίων" κυνήγι του κέρδους.
Στη βάση αυτή επιβάλλεται να προσεγγιστεί και ο διαχωρισμός "πραγματικής" και "εικονικής - πλασματικής οικονομίας", ένας διαχωρισμός που συνοδεύεται από μια γραμμή ανάλυσης για την κρίση (τη χαρακτηρίζει ως χρηματοπιστωτική κρίση ή κρίση της "πλασματικής οικονομίας") αλλά και από μια γραμμή διεξόδου (που εδράζεται στην ενίσχυση της "πραγματικής οικονομίας").
Παρότι, όμως, υπάρχει μια ορισμένη διάκριση και αυτονομία του χρηματοπιστωτικού - πλασματικού κεφαλαίου (της σφαίρας της κυκλοφορίας, στην οποία κατανέμεται ένα τμήμα της υπεραξίας και των κερδών) από το παραγωγικό κεφάλαιο (της άμεσα παραγωγικής σφαίρας, στην οποία - και μόνο σε αυτή - παράγεται η υπεραξία), τελικά οι σφαίρες αυτές διαπλέκονται οργανικά και είναι αλληλένδετες και η εν λόγω διάκριση δεν έχει τη βαρύτητα που της αποδίδεται. Μάλιστα, οι δύο αυτοί τομείς δεν αλληλοδιαπλέκονται ισότιμα, αλλά συνδέονται με έναν τρόπο που τοποθετεί στην "καρδιά" των καπιταλιστικών σχέσεων συνολικά τη σφαίρα της άμεσης παραγωγής και της πραγματικής συσσώρευσης, στην οποία παράγεται όλη η μάζα της υπεραξίας (η οποία, στη συνέχεια, κατανέμεται στα διάφορα τμήματα του κεφαλαίου).
Έτσι, η ευρωστία στη σφαίρα της κυκλοφορίας και της πίστης, τελικά, αντανακλά και εν μέρει προεξοφλεί τις ανοδικές τάσεις της υπεραξίας και των κερδών που αντλεί το παραγωγικό κεφάλαιο ή έστω την ελπίδα τέτοιων τάσεων. Λέμε όμως "τελικά", διότι το πλασματικό - χρηματικό κεφάλαιο μπορεί σε ορισμένες περιόδους - όχι για πάντα - να εκδηλώνει μια υπερανάπτυξη και αυτονόμηση (κι αυτό συνέβη στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό, ιδιαίτερα μετά από ένα χρονικό σημείο).
Τούτη η κλασική μαρξιστική θέση επιβεβαιώνεται πλήρως και στην πρόσφατη κρίση, όπου τόσο η απαρχή της χρηματιστικής υπερεπέκτασης όσο και η απαρχή της κρίσης πυροδοτήθηκαν από διεργασίες στη σφαίρα της άμεσης παραγωγής και της εκμετάλλευσης - απόσπασης υπεραξίας.
Πιο συγκεκριμένα, η υπερδιόγκωση του πλασματικού - χρηματικού κεφαλαίου (η πλασματική αξία των διεθνών συμβολαίων στα τέλη του 2007 ήταν 600 τρισ. δολ., ποσό 11 φορές μεγαλύτερο του παγκόσμιου ΑΕΠ) πυροδοτήθηκε εκτός των άλλων από την αύξηση της μάζας της υπεραξίας (κυρίως με μεθόδους άμεσης εκμετάλλευσης και άντλησης απόλυτης υπεραξίας) στις αναδυόμενες καπιταλιστικές οικονομίες, η οποία διοχετεύθηκε στις τράπεζες της αναπτυγμένης Δύσης, επιτρέποντάς τους να χορηγούν χαμηλότοκα δάνεια (μόνο η Κίνα είχε το 2007 συναλλαγματικά διαθέσιμα 1,8 τρισ. δολάρια, τα 2/3 των οποίων είχαν επενδυθεί στις ΗΠΑ), από την προσπάθεια να αξιοποιηθούν επικερδέστερα τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια που δεν έβρισκαν διέξοδο στην "πραγματική οικονομία" (ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου τα πολυεθνικά - πολυκλαδικά μονοπώλια δραστηριοποιούνταν και στις δύο σφαίρες), γεγονός που έστρεφε τις τράπεζες σε πιο ριψοκίνδυνες μορφές από την επιτάχυνση του χρόνου περιστροφής του κεφαλαίου (βοηθούντων και των νέων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας), από την απελευθέρωση των διεθνών ροών εμπορευμάτων και κεφαλαίων, από τη λεηλασία των λαϊκών αποταμιεύσεων και των αποθεματικών των συντάξεων, από τον οξύτατο ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό και τέλος, από την απληστία που χαρακτηρίζει το κεφάλαιο και τις "αγορές".
Αλλά και η κρίση πυροδοτήθηκε από την επανεμφάνιση των τάσεων μείωσης της μάζας και του ποσοστού υπεραξίας που εκδηλώθηκαν με τη διάψευση των προσδοκιών κερδοφορίας (που ψαλίδιζε την αξία των μετοχών και τη δυνατότητα των μισθωτών να αποπληρώσουν τα δάνειά τους) με τη μείωση της βιομηχανικής παραγωγής και των ρυθμών ανάπτυξης.
Συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι με την πιστωτική υπερεπέκταση της προηγούμενης περιόδου διαμορφώθηκε ένας ιδιόμορφος "τραπεζικός κεϋνσιανισμός", που στη θέση της παραδοσιακής "ενεργούς ζήτησης" και του "έμμεσου μισθού" έβαζε την απλόχερη χορήγηση δανείων (για αγορά κατοικίας, καταναλωτικών αγαθών κ.λπ.) συχνά μάλιστα, με υψηλό ρίσκο. Αυτό το πρότυπο στηρίχτηκε ακόμη στην τιτλοποίηση - διασπορά του κινδύνου από αυτά τα δάνεια (με τη διαμόρφωση κάθε λογής παραγώγων, "τοξικών ομολόγων" και άλλων χρηματιστηριακών προϊόντων, που δημιούργησαν πλασματικές αξίες πολλαπλάσιες της αξίας των προϊόντων που βρίσκονταν στη βάση αυτής της πυραμίδας, έχοντας αναλογίες με τα μεγάλα ελλείμματα και τη δημοσιονομική χαλαρότητα του παραδοσιακού κεϋνσιανισμού) και στις προσδοκίες κερδοφορίας της λεγόμενης "πραγματικής οικονομίας" των καπιταλιστικών χωρών (που αύξανε την καταναλωτική δυνατότητα των μισθωτών). Επιπλέον, αυτό το πρότυπο αποτελούσε σημείο μιας ορισμένης σύγκλισης συμφερόντων των εργαζομένων (που απέφευγαν την απόλυτη εξαθλίωση και εξασφάλιζαν "χρήμα" σε περιόδους σκληρής λιτότητας), της λεγόμενης "πραγματικής οικονομίας" (καθώς έτσι εξασφάλιζε την πώληση των προϊόντων της, άρα την πραγμάτωση της υπεραξίας) και του χρηματοπιστωτικού τομέα (που έτσι αποσπούσε για λογαριασμό του ένα διαρκώς αυξανόμενο τμήμα της συνολικά παραγόμενης υπεραξίας και του όγκου των κερδών), άρα πεδίο οικοδόμησης ενός κοινωνικοπολιτικού μπλοκ στήριξης της ακολουθούμενης πολιτικής.
Έτσι, παρότι σήμερα στην πρώτη γραμμή των κρισιακών φαινομένων βρίσκονται το χρηματοπιστωτικό σύστημα (που ούτως ή άλλως δεν πατάει σε τόσο σταθερές βάσεις όσο το παραγωγικό κεφάλαιο), η κρίση αγγίζει όλους τους τομείς της καπιταλιστικής οικονομίας. Για όλους τους λόγους που προαναφέρθηκαν και για έναν ακόμη: Γιατί υπάρχει αξεδιάλυτη συνύφανση τραπεζικού - χρηματιστικού - βιομηχανικού τομέα (άρα οι τριγμοί του ενός μεταβιβάζονται στον άλλο) και γιατί οι επενδύσεις σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό στηρίζονται σε τραπεζικά δάνεια και τα δάνεια σε προσδοκίες κερδοφορίας (αυτή τη σχέση πριμοδοτούν οι διάφοροι επενδυτικοί - αναπτυξιακοί νόμοι και εδώ εντάσσονται οι εταιρείες επιχειρηματικών συμμετοχών - venture capital - που χρηματοδότησαν την ανανέωση των παραγωγικών μέσων στην υψηλή τεχνολογία, στις βιοτεχνολογίες και στις πράσινες τεχνολογίες).
Είναι χαρακτηριστικό εδώ το παράδειγμα της Ελλάδας: Η αύξηση του ενεργητικού της βιομηχανίας κατά 9,45% το 2005 χρηματοδοτήθηκε κατά 66,36% από δάνεια και κατά 34,64% από αύξηση των ιδίων κεφαλαίων, ενώ η αύξηση των τραπεζικών υποχρεώσεων κατά 24,3% το 2004 συνοδεύτηκε από πτώση της αποδοτικότητας των κεφαλαίων κατά 8,73%. Εξίσου χαρακτηριστική είναι η κατάσταση με τις άμεσες και μακροπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις των ελληνικών εισηγμένων επιχειρήσεων. Σε δωδεκάμηνη βάση τον Ιούνιο, οι μακροπρόθεσμες παρουσιάζουν αύξηση 41% και οι βραχυπρόθεσμες 38% σε σχέση με τον Ιούνη του 2007, πράγμα που σημαίνει ότι τόσο η μακροπρόθεσμη πορεία των παγίων κεφαλαίων και επενδύσεών τους (δηλαδή του σταθερού κεφαλαίου), όσο και το κεφάλαιο κίνησής τους είναι στενά συναρτημένο με το χρηματοπιστωτικό τομέα.

Ο νεοφιλελευθερισμός είναι εδώ

ΔΕΝ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΝ ΟΙ ΑΣΤΟΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΑΓΡΙΑΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΥΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ

Σημαίνει μήπως η κρίση ότι "πέθανε ή χρεοκόπησε" ο νεοφιλελευθερισμός, όπως διατείνονται αρκετοί δημοσιολόγοι; Κάθε άλλο. Βεβαίως είναι αλήθεια ότι η κρίση και η αστική στρατηγική αντιμετώπισής της καταρρακώνουν βασικά σχήματα του λεγόμενου "νεοφιλελευθερισμού" και την αστική θεωρία ότι ο καπιταλισμός μπορεί να ξεπερνά τις κρίσεις του και να δίνει απαντήσεις στις ανθρώπινες ανάγκες.
Ωστόσο, η άποψη περί" τέλους του νεοφιλελευθερισμού" δεν πατάει στην πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί η απελευθέρωση των αγορών, η εμπορευματοποίηση των πάντων και η χρηματοπιστωτική υπερανάπτυξη δεν αποτελούν παρά μόνο τη μία πλευρά των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο καπιταλισμό. Τα άλλα τους στοιχεία είναι η αχαλίνωτη (με μοντέρνους και παραδοσιακούς τρόπους) εκμετάλλευση των μισθωτών, η επέκταση του πολεμικού στοιχείου, οι καπιταλιστικές ολοκληρώσεις και η "παγκοσμιοποίηση", η λεηλασία των λαϊκών ελευθεριών αλλά και της φύσης. Μάλιστα, όλα αυτά προωθήθηκαν όχι μόνο στις ΗΠΑ κι όχι μόνο από κλασικές νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις, αλλά σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο και από κάθε λογής κυβερνήσεις (σοσιαλδημοκρατικές, κεντροαριστερές, μεγάλων συνασπισμών κ.λπ.).
Από αυτή την άποψη, οι διαφαινόμενες αστικές απαντήσεις στην κρίση τροποποιούν μεν κάποια στοιχεία της κυρίαρχης ως τώρα αστικής στρατηγικής, ωστόσο δεν φαίνεται για την ώρα να συνιστούν συνολικότερη αλλαγή στρατηγικής, να διαμορφώνουν ένα άλλο "παράδειγμα". Αντίθετα, συνθέτουν ένα νέο κανιβαλικό γύρο λεηλασίας των εργατικών αναγκών, μια νέα φάση επιθετικότερης προώθησης των αναδιαρθρώσεων του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Η προαναφερθείσα τροποποίηση αφορά κατά βάση ορισμένες μορφές κρατικομονοπωλιακής παράμβασης, ωστόσο ούτε η φιλοσοφία αυτής της παράμβασης αλλάζει (παραμένει εκφραστής των συλλογικών συμφερόντων του κεφαλαίου), ενώ τα βάρη της φορτώνονται με κλασικό νεοφιλελεύθερο τρόπο στους εργαζόμενους. Παράλληλα, δεν αναιρούνται άλλες λειτουργίες, πολύ βασικές για τον καπιταλισμό και πολύ χαρακτηριστικές για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό και το λεγόμενο "νεοφιλελευθερισμό": Δεν αναιρούνται οι ιδιωτικοποιήσεις, η συντρηβή του "κράτους πρόνοιας" και η τάση πλήρους εμπορευματοποίησης όλων των πλευρών της κοινωνικής ζωής και της φύσης. Επιπλέον, δηλώνεται ότι οι χρηματοπιστωτικοί φορείς, αφού εξυγιανθούν, θα επιστρέψουν σε ιδιωτικά χέρια. Τέλος, άλλα καίρια στοιχεία της λεγόμενης νεοφιλελεύθερης στρατηγικής (π.χ. πόλεμος, στέρηση ελευθεριών, υπερεκμετάλλευση των μισθωτών) όχι μόνο δεν αναιρούνται, αλλά θα ενταθούν.

ΠΡΙΝ 2/11/200

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Κρίση και αξία

Του ΔΗΜΟΦΑΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ

Φαίνεται ότι οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις έχουν καταστεί σύμφυτο χαρακτηριστικό του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, στο πλαίσιο του οποίου, εξέχοντα ρόλο διαδραματίζει το πλασματικό-χρηματικό κεφάλαιο. Σχεδόν μια εικοσαετία που χαρακτηρίζεται από συνεχείς χρηματοπιστωτικές κρίσεις στις οποίες έχουν χαθεί δισεκατομμύρια επί δισεκατομμυρίων, το κόστος των οποίων κάθε φορά καλούνται να πληρώσουν οι εργαζόμενοι με την χειροτέρευση των όρων εργασίας τους (μισθοί, ωράρια, ασφάλιση) πράγμα που συνεπάγεται την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης τους από το κεφάλαιο και τον γενικότερο περιορισμό δικαιωμάτων και κατακτήσεων.

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και η εισδοχή της στο παγκοσμοιοποιημένο πλέον σύστημα του καπιταλισμού, η ουσιαστική ένταξη στο ίδιο σύστημα και των χωρών του Τρίτου κόσμου, όπως της Ινδίας αλλά κυρίως της Κίνας, έδωσαν στο κεφάλαιο τεράστιες δυνατότητες επέκτασης και εμβάθυνσης της εκμετάλλευσης και απόσπασης υπεραξίας σε όλες τις μορφές σε μια νέα και πρωτόγνωρη κλίμακα. Η υπερπροσφορά εργατικής δύναμης έδωσε, (και στον βαθμό που δεν υπάρχει άνοδος του επιπέδου της ταξικής πάλης την δίνει ακόμα) τη δυνατότητα στο κεφάλαιο να ρίξει στον Καιάδα τμήματα της εργατικής τάξης (αναθεωρώντας εκ βάθρων την πολιτική διαχείρισης της εργατικής δύναμης), με αντίτιμο όμως εξαιτίας της αύξησης της συχνότητας των κρίσεων, (ως αποτέλεσμα της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου που οδηγεί στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους), να τίθεται σε κίνδυνο η μακροχρόνια σταθερότητα του ίδιου του πολιτικού του συστήματος.

Στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης που παρατηρήθηκαν, συντηρήθηκαν αρχικά κυρίως εξ’ αιτίας της τεχνικής προόδου, δηλαδή σύμφωνα με την μαρξιστική πολιτική οικονομία χάρη στην αύξηση της απόσπασης της λεγόμενης σχετικής υπεραξίας, (που όμως καθώς προχωρούσε η συσσώρευση οδήγησε σε αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και σε υπερσυσσώρευση) η οποία στη συνέχεια άρχισε να υποκαθίσταται σε ολοένα και μεγαλύτερη έκταση κυρίως από την εφαρμογή τεχνικών απόσπασης απόλυτης υπεραξίας σε μία προσπάθεια καθυστέρησης και αντιστροφής των συνεπειών της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της συνέπειας της, που είναι η πτώση του ποσοστού κέρδους.

Η Προσπάθεια παράκαμψης του Νόμου της Αξίας

Προκειμένου δε να γίνει πιο κατανοητός ο ρόλος και η σημασία των τεχνικών απόσπασης απόλυτης υπεραξίας και τι σημαίνουν αυτές για τους εργαζόμενους, θα πρέπει να τονιστεί ότι σύμφωνα με τον Μάρξ, οι καπιταλιστές μπορούν να χρησιμοποιήσουν ορισμένες τεχνικές σε μια προσπάθεια να καθυστερήσουν ή και να αναστείλουν τα αποτελέσματα του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η υπεραξία που παράγεται σε μια χρονική περίοδο είναι ίση με τη διαφορά, (μετρημένη σε όρους αξίας), ανάμεσα στο συνολικό χρόνο εργασίας των απασχολουμένων εργατών και στο χρόνο εργασίας που πρέπει να αφιερώσουν οι εργάτες στην παραγωγή των προϊόντων που είναι απαραίτητα για την διατήρηση του βιοτικού τους επιπέδου. Οι καπιταλιστές μπορούν, επομένως, να αυξήσουν την υπεραξία που αποσπούν σε μια χρονική περίοδο με τους παρακάτω τρόπους: Πρώτο, αν αυξηθεί η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Δεύτερο, αν αυξηθεί η ένταση της εργασίας. Τρίτο, αν μειωθεί το βιοτικό επίπεδο των εργατών και τέταρτο αν αυξηθεί ο αριθμός των απασχολούμενων εργατών. Στις τέσσερις αυτές περιπτώσεις που η απόσπαση υπεραξίας αυξάνεται χωρίς να έχουν μεταβληθεί οι τεχνικές συνθήκες παραγωγής, αυξάνεται η απόσπαση απόλυτης υπεραξίας.

Όμως η χρήση των τεχνικών απόσπασης απόλυτης υπεραξίας έχει όρια. Η αύξηση των ωρών εργασίας, η εντατικοποίηση της καθώς και η μείωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων προσκρούουν τόσο σε βιολογικούς όσο και σε κοινωνικούς περιορισμούς. Η αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων εξάλλου προσκρούει στο όριο της πλήρους απασχόλησης του εργατικού δυναμικού σε συνδυασμό με την αύξηση της τιμής της εργασιακής δύναμης πάνω από την αξία της, καθώς αυξάνεται η ζήτηση για εργατικά χέρια και μειώνεται ο εφεδρικός στρατός των ανέργων. Περαιτέρω ιδιαίτερη μνεία σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο θα πρέπει να γίνει για την σημασία του πλασματικού-χρηματικού κεφαλαίου, το οποίο παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην προώθηση και επιτάχυνση της διαδικασία συσσώρευσης για το κεφάλαιο συνολικά, το βάθεμα της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, την διατήρηση και αύξηση της κερδοφορίας στην τρέχουσα συγκυρία. Από αυτή την άποψη πρέπει να τονιστεί η δυνατότητα της χρηματοπιστωτικής σφαίρας να συνεχίζει να παράγει κέρδη συμβάλλοντας στην διατήρηση ή και αύξηση της μάζας των κερδών ακόμα και όταν η διαδικασία της πραγματικής συσσώρευσης αντιμετωπίζει προβλήματα. Δηλαδή, ακόμα και όταν ο συνδυασμός τεχνικών απόσπασης απόλυτης και σχετικής υπεραξιας έχει φθάσει στα όρια του και ο νόμος της αξίας κάνει απειλητική την παρουσία του θέτοντας σε κίνδυνο την κερδοφορία του κεφαλαίου. Βέβαια, το τίμημα για αυτή την «διευκόλυνση» είναι η συγκάλυψη και το βάθεμα των αντιφάσεων στο επίπεδο της πραγματικής συσσώρευσης, που τελικά είναι και η σφαίρα όπου πρωτογενώς αποσπάται η υπεραξία, με τελικό αποτέλεσμα την επίταση των προβλημάτων υπερσσυσώρευσης που οδήγησαν και στην τρέχουσα ιστορικών διαστάσεων κρίση.

Από την φούσκα της νέας οικονομίας …

Ιστορικά, η αμερικανική οικονομία, υπήρξε η πιο προηγμένη από την άποψη της εφαρμογής τεχνικών απόσπασης σχετικής υπεραξίας στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Καθώς όμως επιχειρήθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά, να επιταχυνθεί η συσσώρευση (και να ξεπεραστούν τα προβλήματα που δημιουργούσε στην κερδοφορία η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου), σιγά-σιγά οι τεχνικές απόσπασης απόλυτης υπεραξίας άρχισαν να παίρνουν την σκυτάλη σε σχέση με τις τεχνικές απόσπασης σχετικής υπεραξίας με ότι αυτό συνεπάγεται για τις εργασιακές σχέσεις. Ο νέος συνδυασμός τεχνικών απόσπασης σχετικής και απόλυτης υπεραξίας, με αυξημένη συμμετοχή των τεχνικών απόσπασης απόλυτης υπεραξίας, έφερε μια νέα επιτάχυνση της διαδικασίας συσσώρευσης, και οδήγησε στη δημιουργία της μεγαλύτερης μέχρι τότε χρηματιστηριακής φούσκας από την δεκαετία του 1920, που επηρέασε κατά κύριο λόγο τις τιμές των μετοχών της λεγόμενης «νέας οικονομίας», οι οποίες αποτελούσαν και την αιχμή του δόρατος της συσσώρευσης.
Στο πλαίσιο της «νέας οικονομίας» ήταν που για πρώτη φορά έγινε αντιληπτό ότι και ο νέος συνδυασμός τεχνικών απόσπασης σχετικής και απόλυτης υπεραξίας είχε όρια, καθώς η χρήση των τεχνικών απόσπασης απόλυτης υπεραξίας, πολύ σύντομα προσέκρουσε στους βιολογικούς και κοινωνικούς περιορισμούς που χαρακτηρίζουν την εφαρμογή τους. Έτσι χρειάστηκε να συμπληρωθούν με την εκτεταμένη χρήση του πλασματικού-χρηματικού κεφαλαίου. Η φούσκα διογκώθηκε εξαιτίας της ταχύτητας επέκτασης της προσφοράς πιστωτικού χρήματος και συνδυάστηκε τόσο με την αύξηση του χρέους των νοικοκυριών σε δυσθεώρητα ύψη, όσο και με δραματική επιδείνωση του ελλείμματος του ισοζυγίου των τρεχουσών συναλλαγών. Όταν η φούσκα «έσπασε», (εξ’ αιτίας των αυξήσεων της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της πτώσης του ποσοστού κέρδους που επιταχύνθηκε από την κρίση του πλασματικού-χρηματικού κεφαλαίου), την άνοιξη του 2000, η αμερικανική οικονομία αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να εισέλθει σε βαθύτατη ύφεση. Όμως η ύφεση που ακολούθησε το 2001 δεν ήταν ιδιαίτερα έντονη. Η αποφυγή της βαθιάς ύφεσης εξασφαλίστηκε μέσω μέτρων όπως ο συνδυασμός φοροαπαλλαγών και επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Από την πλευρά της νομισματικής πολιτικής, η κατάσταση αντιμετωπίστηκε με την ταχύτερη και πιο εκτεταμένη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην ιστορία των ΗΠΑ, ωθώντας τα πραγματικά επιτόκια σε αρνητικά επίπεδα για πρώτη φορά από το 1970. Αυτή όμως η επιτυχημένη αποφυγή της ύφεσης συνεπαγόταν το κόστος της διατήρησης όχι μόνο των ανισσοροπιών που είχαν οδηγήσει σε αυτή, αλλά και το επιπλέον πρόβλημα της υπερβάλλουσας ρευστότητας στην οικονομία, (λόγω της παρατεταμένης διατήρησης χαμηλών επιτοκίων) που οδήγησε στην ανεξέλεγκτη συμπεριφορά των χρηματοπιστωτικών αγορών.

…στους ωκεανούς της ρευστότητας

Έτσι, το τέλος της χρηματιστηριακής φούσκας διαδέχθηκε η φούσκα των ακινήτων ως το νέο προνομιακό πεδίο επέκτασης του χρηματικού κεφαλαίου σε συνθήκες χαμηλών επιτοκίων, προκειμένου να διατηρηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου. Αυτή ακριβώς η κατάσταση έκρυβε στο εσωτερικό της τους όρους μιας νέας κρίσης καθώς η συσσώρευση τώρα πια στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στην αναστολή της λειτουργίας του νόμου της αξίας με την αλόγιστη επέκταση του πλασματικού-χρηματικού κεφαλαίου. Αυτή η κρίση, επίσημα τουλάχιστον φαίνεται να βρίσκεται σε εξέλιξη από το περασμένο καλοκαίρι και δεν είναι άλλη από την κρίση των λεγόμενων «δανείων χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης» η των «δανείων των φτωχών».Η θρυαλλίδα που την πυροδότησε ήταν η ξαφνική ανακάλυψη ότι έχουν αυξηθεί σημαντικά τα προβλήματα αποπληρωμής των στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης. Τα δάνεια αυτά δίνονταν σε άτομα με ιδιαίτερα χαμηλό εισόδημα έχοντας προκαταβάλλει πολύ μικρό ποσοστό της αξίας του ακινήτου που αγόραζαν (5% ή και λιγότερο). Επιπλέον, δίνονταν με εγγύηση του ιδίου του ακινήτου και με υψηλότερα (και συνήθως κυμαινόμενα) επιτόκια λόγω της χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας των δανειζόμενων. Μέχρι πρόσφατα τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα στις ΗΠΑ μπορούσαν να χρηματοδοτούν την αποπληρωμή τέτοιων στεγαστικών δανείων με δύο τρόπους. Πρώτον, μέσω της αύξησης των ωρών εργασίας τους, (όπως επισημάναμε οι ΗΠΑ είναι πρωταγωνιστής σε αυτή την κούρσα τα τελευταία χρόνια), ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι κάτι τέτοιο είναι ιδιαίτερα προσοδοφόρο για το κεφάλαιο συνολικά, καθώς οι επιπλέον ώρες εργασίας συμβάλλουν στην απόσπαση επιπλέον υπεραξίας από τους εργαζόμενους. Δεύτερον, καθώς μέχρι πρόσφατα οι τιμές των ακινήτων αυξάνονταν, η εξυπηρέτηση αυτών των δανείων γινόταν πιο εύκολη (μέσω αναχρηματοδοτήσεων) ενώ πολλοί δανειολήπτες πωλούσαν τα ακίνητα που είχαν αγοράσει εισπράττοντας ποσά μεγαλύτερα από το συνολικό ποσό που έπρεπε να καταβάλουν προκειμένου να αποπληρώσουν τα δάνεια τους. Το πρόβλημα στην αμερικανική οικονομία άρχισε να εμφανίζεται όταν η κεντρική τράπεζα άρχισε να αυξάνει επιτόκια κάνοντας πιο δύσκολη των αποπληρωμή αυτών των δανείων, αλλά και λόγω προβλημάτων στο επίπεδο αυτού που στα αστικά οικονομικά ονομάζεται «πραγματική οικονομία» ή για τον Μαρξισμό αποτελεί το παραγωγικό κεφάλαιο. Φαίνεται δηλαδή, ότι ύστερα από μια αρκετά μακρά περίοδο καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που αύξησαν την συμμετοχή στην συσσώρευση των τεχνικών απόσπασης απόλυτης υπεραξίας, αυξάνοντας δραματικά τον βαθμό εκμετάλλευσης και τα κέρδη, για μια ακόμη φορά η συσσώρευση παρουσιάζει σημεία κόπωσης. Μάλιστα, αρκετοί αμερικανοί μαρξιστές οικονομολόγοι, σε διάφορες πρόσφατες εμπειρικές μελέτες, υποστηρίζουν ότι η τάση του ποσοστού κέρδους να πέφτει ξαναρχίζει να ενισχύεται σε σχέση με τις προαναφερθείσες αντίρροπες δυνάμεις που κινητοποιήθηκαν από τις αναδιαρθρώσεις. Εξ’ αιτίας των παραπάνω, τα υψηλότερα επιτόκια ενώ ωφελούν την πλευρά των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων του κεφαλαίου κάνουν πιο δύσκολα τα πράγματα για την πλευρά των παραγωγικών δραστηριοτήτων του, με το να αυξάνουν το κόστος των επενδύσεων του παραγωγικού κεφαλαίου. Το γεγονός αυτό ενίσχυσε την τάση για ύφεση της αμερικανικής οικονομίας στο σύνολο της, καθώς τελικά το παραγωγικό κεφάλαιο είναι αυτό που πρωτογενώς αποσπά την υπεραξία, μέρος της οποίας αναδιανέμεται μέσω της πληρωμής τόκων στο χρηματικό κεφάλαιο. Δηλαδή, το πρόβλημα στην κτηματαγορά προέκυψε γιατί συνολικά ο αμερικανικός καπιταλισμός ασθμαίνει και επομένως η εργατική τάξη και τα λαϊκά και μεσαία στρώματα δεν διαθέτουν επαρκή εισοδήματα.

Η διεθνής διάσταση της κρίσης των «δανείων χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης»

Σήμερα, η κρίση στην αμερικάνικη κτηματαγορά έχει μετατραπεί σε κρίση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αυτό έγινε όχι μόνο γιατί κινδυνεύουν οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που έχουν δώσει τέτοια επισφαλή δάνεια (τα οποία άλλωστε δεν είναι παρά το 14% των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ) αλλά γιατί με βάση αυτά τα δάνεια το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα (και όχι μόνο το αμερικάνικο) είχε ανοίξει σε διεθνή κλίμακα, πολλαπλασιαστικά μέσα από την δημιουργία ειδικών παραγώγων προϊόντων μια σειρά άλλες δραστηριότητες κερδοφορίας που τώρα και αυτές, με την σειρά τους κινδυνεύουν. Δημιουργήθηκε δηλαδή μια κατάσταση ντόμινο. Οι τράπεζες (αμερικανικές κατά βάση αλλά και ξένες) εξέδιδαν τα στεγαστικά δάνεια, τα οποία στη συνέχεια τιτλοποιούσαν πουλώντας τα σε διάφορους καπιταλιστές-κερδοσκόπους (περιλαμβανομένων και «ταμείων αντιστάθμισης κινδύνου» Hedge Funds). Περαιτέρω, η πώληση αυτών των τίτλων εξασφάλιζε ρευστό με το οποίο οι τράπεζες εξέδιδαν ακόμη περισσότερα στεγαστικά δάνεια. Το «αεροπλανάκι» παρουσίασε τις πρώτες «βλάβες» όταν παρουσιάσθηκαν τα προβλήματα στην αποπληρωμή των δανείων μειωμένης εξασφάλισης και μια σειρά τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με μαζικές αιτήσεις ρευστοποίησης των τίτλων που είχαν πουλήσει στους διάφορους κερδοσκόπους. Ταυτόχρονα προέκυψαν ανησυχίες και για την κεφαλαιακή επάρκεια όχι μόνο των κερδοσκοπικών οργανισμών που αγόραζαν τέτοια προϊόντα αλλά και των τραπεζών αυτών καθαυτών που υπήρχε υπόνοια ότι είχαν χρηματοδοτήσει τέτοιους οργανισμούς. Ως αποτέλεσμα προκλήθηκε κρίση εμπιστοσύνης, και οι τράπεζες ουσιαστικά έπαψαν να δανείζουν η μία την άλλη βραχυκυκλώνοντας τις κυριότερες διατραπεζικές αγορές (σε ΗΠΑ,Ευρώπη, και Βρετανία), πράγμα που επιδείνωσε τα πράγματα ακόμα περισσότερο.

Περαιτέρω, το πρόβλημα πέρασε και στις διεθνείς κεφαλαιαγορές γιατί οι τράπεζες είναι εισηγμένες σε αυτές και μάλιστα με σημαντική βαρύτητα. Επισημαίνεται ότι οι κίνδυνοι είναι τεράστιοι καθώς όταν μια τράπεζα αντιμετωπίσει πρόβλημα, τότε ενδεχομένως να κινδυνεύσουν και μια σειρά επιχειρήσεις που αυτή έχει δανειοδοτήσει (πολλές εκ των οποίων είναι επίσης εισηγμένες στα χρηματιστήρια) ακόμη και αν από μόνες τους δεν είχαν προβλήματα. Μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή βρίσκεται στο ότι, το διάστημα μέχρι και λίγο πριν από την εκδήλωση της κρίση (Ιούλιος 20007) είχε σημειωθεί μια άνοδος των χρηματιστηρίων λόγω ενός κύματος εξαγορών και συγχωνεύσεων επιχειρήσεων οι οποίες πραγματοποιούνταν μέσω κερδοσκοπικών οργανισμών (HEDGE FUNDS). Η χρηματοδότηση και αυτού του τύπου των δραστηριοτήτων υπήρξε ανάλογη με αυτή των επισφαλών στεγαστικών δανείων. Οι κερδοσκοπικοί οργανισμοί δανείζονταν από τις τράπεζες και οι τράπεζες τιτλοποιούσαν και πωλούσαν τα δάνεια αυτά σε τρίτους για να αντλήσουν ρευστότητα και να κάνουν επιπλέον δάνεια. Καθώς όμως αυξανόταν η ανησυχία για την επίπτωση που θα είχε η τυχόν εισδοχή των ΗΠΑ σε ύφεση για την παγκόσμια οικονομία φαίνεται ότι το κύμα εξαγορών ανεστάλη, και οι τράπεζες γίνονταν πιο επιφυλακτικές στις χρηματοδοτήσεις τους, ενώ οι κερδοσκοπικοί οργανισμοί, που αυτοτροφοδοτούνταν μέσω των εξαγορών, αντιμετωπίζουν ένα επιπλέον πρόβλημα. Το συνδυασμένο αποτέλεσμα είναι η ένταση των προβλημάτων στον τραπεζικό τομέα σε ΗΠΑ και Ευρώπη, με τις χρεοκοπίες των κυριότερων τραπεζών του δυτικού καπιταλισμού γεγονός που οδήγησε στην εξαγγελία των πρωτοφανών από την εποχή της κρίσης του 1929-33 προγραμμάτων διάσωσης, η αναταραχή και νευρικότητα στα χρηματιστήρια. Οι κεντρικές τράπεζες παρενέβησαν και παρεμβαίνουν, με χορήγηση ρευστότητας σε μια προσπάθεια να εξομαλύνουν την κατάσταση στην διατραπεζική αγορά, γεγονός που βραχυχρόνια τουλάχιστον στέφθηκε από επιτυχία. Στην συνέχεια όμως η απότομη υποχώρηση των χρηματιστηριακών δεικτών οδήγησε τόσο την αμερικανική κεντρική τράπεζα όσο και ταυτόχρονα τις κεντρικές Τράπεζες της Ευρώπης, Βρετανίας, Σουηδίας και Ελβετίας σε μια πρωτοφανή στην ιστορία του καπιταλισμού μη προγραμματισμένη μεγάλη μείωση επιτοκίων προκειμένου να βοηθηθούν οι χρηματοπιστωτικές αγορές και η παγκόσμια οικονομία.

Παρόλα αυτά ο πρόδηλα δομικός χαρακτήρας της κρίσης μας οδηγεί στην εκτίμηση ότι όχι μόνο τα νομισματικά μέτρα και τα προγράμματα αναπλήρωσης των χαμένων κεφαλαίων των τραπεζών σε βάρος των εργαζομένων αλλά ακόμα και ο συνδυασμός τους με δημοσιονομικά μέτρα δεν πρόκειται να οδηγήσει στην ουσιαστική άμβλυνση των προβλημάτων που έχουν προκύψει αν δεν υπάρξουν και νέα διαρθρωτικά μέτρα στην κατεύθυνση της αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης που θα δώσει νέα υπεραξία για να καλυφθούν οι απώλειες. Φυσικά για άλλη μια φορά οι εργαζόμενοι θα κληθούν «ελλείψει άλλου καθίσματος να καθίσουν στο άδικο». Όσο για το οριστικό ξεπέρασμα της δομικής κρίσης υπερσυσσώρευσης που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο καπιταλισμό από την δεκαετία του 1970, συνέχεια και κορύφωση της οποίας είναι η σημερινή ιστορικών διαστάσεων χρηματοπιστωτική κρίση, με τέτοιου είδους μέτρα εκτιμούμε ότι δεν είναι εφικτή. Ο λόγος είναι ότι ιστορικά η σημαντικότερη πηγή αυξήσεων της υπεραξίας, ειδικά μετά τα πρώτα στάδια ανάπτυξης του καπιταλισμού, υπήρξαν οι μεταβολές στις τεχνικές μεθόδους παραγωγής. Στο βαθμό που η αύξηση της υπεραξίας δεν στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην απόσπαση σχετικής υπεραξίας, τότε δεν μπορούμε να πούμε ότι μια κρίση υπερσυσσώρευσης ξεπεράστηκε.

Αθήνα 15/10/2008
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ

Apture